Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Η ευρωπαϊκή οικογένεια...

   Αν και η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση ξεκίνησε από την Αμερική, οι ευρωπαίοι ηγέτες ήταν σίγουροι για τη σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι αξιοσημείωτο ότι θεωρούσαν το ευρωπαϊκό σύστημα πολύ σταθερό ώστε να απορροφήσει οποιοδήποτε ενδεχόμενο κραδασμό.

   Η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση σαν οικονομική οντότητα έχει δομικά προβλήματα από την εποχή της δημιουργίας της, δηλαδή τόσο τη συνθήκη του Μάαστριχτ όσο και τη μεταγενέστερη της Λισαβόνας.

   Η Συνθήκη του Μάαστριχτ (αναλύθηκε στην προηγούμενη ανάρτηση), πέρα από τα ονομαστικά κριτήρια για είσοδο στην Ευρωζώνη, έκανε μνεία σε παράγοντες όπως η κατάσταση του ισοζυγίου  τρεχουσών συναλλαγών, οι εξελίξεις του μοναδιαίου κόστους εργασίας και άλλων βασικών μακροοικονομικών δεικτών. Έτσι δεν δημιουργήθηκε μηχανισμός ο οποίος να ελέγχει συστηματικές αποκλίσεις σε αυτά τα πεδία από κάποιες χώρες και να επιβάλλει ρήτρες αυτόματης προσαρμογής μέσω ποινών ούτε δόθηκε έμφαση σε θέματα ασφαλιστικού, αγορών εργασίας καθώς και φορολογικών κανόνων.

   Η συνθήκη της Λισαβόνας αν και είχε σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας βασίστηκε στη «Μέθοδο Ανοικτού Συντονισμού», που δεν περιόριζε τις επιμέρους χώρες

   Οι συνθήκες αυτές με το ήπιο νομικό πλαίσιο που συντάχτηκαν και υπογράφηκαν είχαν προκαλέσει ακαμψία στο ευρωσύστημα με το ρητό – ιδεολογικό τρίπτυχο : Απαγορεύεται η ‘Διάσωση’, απαγορεύεται η ‘Έξοδος’, απαγορεύεται η αναδιάρθρωση. Οι απαγορεύσεις αυτές θεσπίστηκαν για να αποφευχθεί ο λεγόμενος «ηθικός κίνδυνος» (moral hazard), δηλ. για να μη μπορεί κανένα κράτος-μέλος να μπαίνει στον πειρασμό ενός δημοσιονομικού εκτροχιασμού, με την προσδοκία ότι τα υπόλοιπα μέλη θα σπεύσουν προς βοήθειά του.

   Η υπόθεση στην οποία βασίστηκαν οι συνθήκες ήταν ότι σε περίπτωση συστηματικών αποκλίσεων στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας, η προσαρμογή θα επέρχεται αυτομάτως μέσω της λειτουργίας των μηχανισμών της αγοράς και των τιμών. Και όμως αυτό δεν έγινε ποτέ. Οι πραγματικές οικονομίες απόκλιναν αντί για να συγκλίνουν. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η προσαρμογή των ονομαστικών μισθών αποδείχτηκε νωθρή και άρα ατελές υποκατάστατο της αυτόνομης νομισματικής πολιτικής ως εργαλείο για την αντιστάθμιση ασύμμετρων διαταράξεων. Αυτό φαίνεται στο παρακάτω σχήμα με το Δείκτη Κόστους Εργασίας (Labour Cost Index) που παρέχει η Eurostat.

    
   Από την εξάπλωση της κρίσης, σημαντικές είναι οι εξελίξεις και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετά το 2008 και την καθίζηση της ζήτησης γερμανικών αγαθών από αγγλοσαξονικές χώρες, την ανατολική Ευρώπη και την Κίνα, το πλεόνασμα της Γερμανίας είχε συμπιεστεί πολύ. Το 2009, το 83% του εμπορικού πλεονάσματος της Γερμανίας απορροφήθηκε από τις χώρες της Ευρωζώνης. Το πλεόνασμα αυτό μεταφράζεται σε έλλειμμα για τις υπόλοιπες χώρες της Ένωσης οι οποίες δε διαθέτουν μεγάλο δευτερογενή τομέα, δηλαδή βιομηχανία, και συνεπώς δεν εξάγουν βιομηχανικά προϊόντα, προκαλώντας την αύξηση του χρέους τους.

   Στο παρακάτω σχήμα παρουσιάζουμε το χρέος των γενικών κυβερνήσεων των κρατών της Ευρωζώνης ως ποσοστό του ΑΕΠ (πηγή: Eurostat).  


 Οι περισσότερες ανισορροπίες και αδυναμίες των χωρών της ευρωπαϊκής Περιφέρειας διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Άλλες είναι κοινές. Στο παρακάτω διάγραμμα περιγράφονται δύο μεταβλητές που απεικονίζουν την εσωτερική και εξωτερική ισορροπία των χωρών της Ευρωζώνης. Εκεί διαχωρίζονται οι χώρες της Ευρωζώνης σύμφωνα με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (κάθετος άξονας) και  το δημοσιονομικό ισοζύγιο (οριζόντιος άξονας) όπως βλέπουμε παρακάτω

 
   Όπως φαίνεται στο διάγραμμα, το δημοσιονομικό είναι το μεγαλύτερο από τα δύο προβλήματα για το σύνολο σχεδόν των χωρών της ζώνης του ευρώ. Η Ελλάδα και η Πορτογαλία έχουν τα μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα, αλλά και τα μεγαλύτερα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών. Αντιθέτως, η Ιρλανδία που χτυπήθηκε μετά την Ελλάδα κυρίως από την αγορά κατοικίας και αναγκάστηκε να ζητήσει και αυτή τη βοήθεια της Ευρωζώνης και του ΔΝΤ, δείχνει να μην έχει πρόβλημα σε κανέναν από τους δύο τομείς. Η Ισπανία, που επίσης βρέθηκε στο στόχαστρο των αγορών, δεν έχει διαχρονικό δημοσιονομικό πρόβλημα. Αντιμετωπίζει πρόβλημα ανταγωνιστικότητας, αγοράς κατοικίας και ιδιωτικού χρέους.

   Ακόμη ένας σημαντικός παράγοντας που συνέβαλε στην Ευρωπαϊκή κρίση είναι το χρέος των ευρωπαϊκών τραπεζών. Πρόκειται για τις τράπεζες που επιβιώνουν με χορηγήσεις από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (European Central BankECB) η οποία παρέχει φθηνό δανεικό χρήμα. Με τη σειρά τους οι τράπεζες, δεν διαθέτουν τα χρήματα τους στην αγορά λόγω των της αμφισβήτησης της αξιοπιστίας των δανειζόμενων.

   Τέλος,  θα λέγαμε ότι επηρέασε σημαντικά η μείωση των επενδύσεων στις εμπορικές τράπεζες. Αυτή είναι το άμεσο αποτέλεσμα των δυο παραπάνω αιτιών που οδήγησε σε πανευρωπαϊκή στάση χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα. Με τη σειρά του ο ιδιωτικός τομέας μη μπορώντας να χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις σε κεφαλαιουχικά αγαθά (μηχανήματα και εξοπλισμό) είχε σαν αποτέλεσμα να έχει έλλειψη ανταγωνιστικότητας και συνεπώς μείωση του προσωπικού. Η μείωση αυτή συνέβαλε στο να αυξηθεί η ανεργία, κυρίως στη Νότια Ευρώπη...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου